ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ

Λογοθεραπεία

Εργοθεραπεία

E.S.D.M (Early Start Denver Model)

Παιγνιο-θεραπεία (play therapy)

LEGO®-Based Therapy

SOS Feeding ( Σίτιση με την μέθοδο SOS )

Willbarger

Makaton

Marte Meo

SCERTS

DIR/Floortime

It takes two to talk – Hanen

More than Words – Hanen

Social Stories

C.B.D – Cognitive Behavioral Drama

TP Theater

PECS - Σύστημα Επικοινωνίας μέσω Ανταλλαγής Εικόνων

Πρόκειται για ένα εναλλακτικό – υποστηρικτικό πρόγραμμα επικοινωνίας, που αναπτύχθηκε το 1985 από τον Andy Bondy και την Lory Frost, για παιδιά προσχολικής ηλικίας με διαταραχές του αυτιστικού φάσματος και άλλες διαταραχές επικοινωνίας που δεν έχουν λειτουργικό ή κοινωνικά αποδεκτό λόγο.

Το πρόγραμμα εξελίσσεται παράλληλα με την τυπική ανάπτυξη της γλώσσας, με την έννοια ότι αρχικά το παιδί διδάσκεται το «γιατί» και «πως» να επικοινωνήσει  ή ποιες είναι οι βασικές αρχές της επικοινωνίας.

Μέσω της ανταλλαγής καρτών στοχεύει στην ανάπτυξη και ενίσχυση της επικοινωνίας δίνοντας την πρωτοβουλία και το εναρκτήριο βήμα στο παιδί. Αποτελείται από έξι στάδια με συγκεκριμένες και πολύ δομημένες στρατηγικές για την κατάκτηση των απαραίτητων δεξιοτήτων για την επικοινωνία. Παρά την απλότητα που το διακρίνει, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συγκεκριμένοι κανόνες του προκειμένου να φέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

Το PECS είναι ένα καλό και αποτελεσματικό εργαλείο, φιλικό προς τις δυσκολίες των ατόμων με ΔΑΦ και συμβατό με τις περισσότερες παρεμβάσεις σε αυτές. Δεν αποτελεί από μόνο του μια ολοκληρωμένη παρέμβαση και, συνεπώς, θα πρέπει να ενσωματώνεται λειτουργικά σε μια ευρύτερη μεθοδολογία, όπως το TEACCH (με το οποίο δεν θα πρέπει να συγχέεται).

Η συχνά εκφραζόμενη ανησυχία ότι η χρήση της εναλλαγής καρτών θα «βολέψει» το παιδί, το οποίο κατόπιν δεν θα αναπτύξει ομιλία, διαψεύδεται τόσο από την κλινική εμπειρία όσο και από τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία. Αφενός, η χρήση του PECS παρέχει ένα τρόπο επικοινωνίας στο άτομο μειώνοντας την πιθανότητα εμφάνισης των δευτερογενών προβληματικών συμπεριφορών των ΔΑΦ, που συχνά συνιστούν λανθασμένο τρόπο επικοινωνίας. Αφετέρου, έχει δειχθεί στις μελέτες ότι η χρήση του συγκεκριμένου εργαλείου μπορεί να επιταχύνει την ανάπτυξη ομιλίας και γλώσσας στα άτομα εκείνα όπου έχουν πληρωθεί τα υπόλοιπα προαπαιτούμενα της ανάπτυξης της γλώσσας.

 

Σχετική παραπομπή www.pecs.com

SHERBORNE

Η Κινησιοπαιδαγωγική Μέθοδος Sherborne είναι μια μέθοδος μέσα από την οποία οι συμμετέχοντες εξερευνούν τις δυνατότητες του σώματός τους (νιώθουν σαν στο «σπίτι» τους) μέσα από το “Παιχνίδι Σχέσεων”. Αποτελεί ένα χρήσιμο θεραπευτικό εργαλείο στα χέρια των εργοθεραπευτών, φυσιοθεραπευτών, λογοθεραπευτών, ψυχολόγων και ειδικών παιδαγωγών ενώ η μέθοδος χρησιμοποιείται για εκπαιδευτικούς σκοπούς από παιδαγωγούς όλων των ειδικοτήτων.

 

Η μέθοδος σκοπεύει να εμπλέξει τους συμμετέχοντες στη διαδικασία της αλληλεπιδραστικής μάθησης. Προσφέρει κινητικές εμπειρίες που προέρχονται από τα τυπικά κινητικά πρότυπα της ανθρώπινης ανάπτυξης σε συνδυασμό με τη θεωρία κινητικής ανάλυσης του Laban. Σε ένα περιβάλλον ανοιχτό, μη επικριτικό, ο συμμετέχοντας ενθαρρύνεται να αλληλεπιδράσει με τα υπόλοιπα μέλη σε ένα συναισθηματικό πλαίσιο επιτυχίας και κατορθώματος.

 

Συγκεκριμένα για τα άτομα με Δ.Α.Φ. συμβάλει σημαντικά στην προώθηση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, της πρωτοβουλίας και της τροποποίησης στερεότυπων συμπεριφορών σε λειτουργικό παιχνίδι.  Επιπλέον, χρησιμοποιείται για την επίτευξη ειδικών λογοθεραπευτικών ή εργοθεραπευτικών στόχων όπως η εκμάθηση χωρικών εννοιών και η βελτίωση της αισθητηριακής ρύθμισης και επεξεργασίας.

 

Η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί είτε ατομικά ή σε ομάδες. Έχει χρησιμοποιηθεί σε διαφορετικές ομάδες όπως παιδιά και ενήλικες, άτομα με ΔΑΦ ή άλλες αναπτυξιακές, κινητικές και ψυχοκοινωνικές δυσκολίες, υπερήλικες, σε προσχολικές ομάδες και δημοτικά σχολεία.

T.E.A.C.C.H

H μέθοδος TEACCH αναπτύχθηκε το 1970 από τον Εric Schopler, απευθύνεται στα άτομα με αυτισμό και στοχεύει στην δημιουργία εκπαιδευτικών προγραμμάτων ικανών να προσαρμοστούν στις ιδιαίτερες ανάγκες τους.

Οι κύριες προτεραιότητές του περιλαμβάνουν :

  1. την επικέντρωση στην ατομική διαφοροποίηση
  2. την κατανόηση του αυτισμού
  3. την συνεχή αξιολόγηση
  4. την διαρκή προσαρμογή ανάλογα με τις ανάγκες του παιδιού   και
  5. την ανάπτυξη μιας ευέλικτης στρατηγικής παρέμβασης, βασισμένης στις υπάρχουσες δεξιότητες και ενδιαφέροντα.

 

Θεμέλιο λίθο της προσέγγισης αποτελεί η έννοια της δόμησης. Η οργάνωση του φυσικού περιβάλλοντος, η ανάπτυξη ημερήσιων προγραμμάτων και συστημάτων εργασίας καθώς και η οπτική αποσαφήνιση των προσδοκιών, συμβάλλουν αποτελεσματικά στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και στην χρήση αυτών ανεξάρτητα από την προτροπή και την καθοδήγηση του ενήλικα.

Αναφορικά με την βελτίωση της επικοινωνίας, η προσέγγιση TEACCH λαμβάνει κατ’ αρχήν υπόψη τα κεντρικά προβλήματα των ατόμων με Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος σχετικά με τη γλωσσική ανάπτυξη, την κοινωνική κατανόηση (Θεωρία της Νόησης), την αυθόρμητη αλληλεπίδραση και την συνδυασμένη προσοχή. Στόχος της μεθόδου είναι να βοηθήσει τα άτομα να καταλάβουν τη δύναμη της επικοινωνίας και έπειτα να μάθουν να επικοινωνούν ανεξάρτητα, αυθόρμητα, λειτουργικά και σε διαφορετικά περιβάλλοντα και καταστάσεις.

Τα μέσα που χρησιμοποιούνται περιλαμβάνουν κυρίως χειρονομίες, αντικείμενα, εικόνες, σήματα, νοηματική γλώσσα και λέξεις (ανάλογα με το επίπεδο ικανοτήτων του παιδιού).

Αξίζει επίσης ν’ αναφερθούν και τα βασικά συστατικά στοιχεία του εκπαιδευτικού προγράμματος TEACCH:

α) Δόμηση και οργάνωση φυσικού περιβάλλοντος.  Η χωροταξική διαμόρφωση της αίθουσας γίνεται με βάση τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε κάθε χώρο και βοηθά το παιδί να κατανοήσει το περιβάλλον του. Με αυτόν τον τρόπο η μετάβαση από τον ένα χώρο στον άλλο γίνεται χωρίς άγχος, την στιγμή που κάθε αλλαγή έχει νόημα και είναι προβλέψιμη.

β) Ατομικό ημερήσιο πρόγραμμα.  Το περιεχόμενο του προγράμματος ποικίλει ανάλογα με το επίπεδο λειτουργικότητας και μπορούν να χρησιμοποιηθούν πραγματικά ή συμβολικά αντικείμενα, φωτογραφίες, εικόνες, σκίτσα, σχήματα ή και λέξεις. Τα οπτικά σήματα που σηματοδοτούν τις δραστηριότητες του παιδιού μέσα στη μέρα, το βοηθούν να συγκεκριμενοποιήσει την έννοια του χρόνου και να ελέγξει το ‘απρόβλεπτο’.

γ) Σύστημα ατομικής εργασίας. Πρόκειται για την οπτική αποσαφήνιση του τι αναμένεται από το παιδί να κάνει, από πόσες δραστηριότητες αποτελείται, πότε θα ξέρει ότι τελείωσε και τι ακολουθεί μετά. Η οργάνωσή του εξαρτάται και πάλι από τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντά του. Το σύστημα εργασίας λειτουργεί από τα αριστερά προς τα δεξιά -όπου τοποθετεί την ολοκληρωμένη δραστηριότητα- και προάγει την ανεξάρτητη λειτουργία του παιδιού.

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της μεθόδου αποτελεί η συνεχής συμμετοχή των γονέων, ως συνεκπαιδευτές, καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος. Οι γονείς συνεργάζονται με τους εκπαιδευτές του παιδιού τους τόσο αναφορικά με την επιλογή του εκπαιδευτικού του προγράμματος, όσο και με την εφαρμογή του.

 

Σχετική παραπομπή: www.teacch.com

S.I ( Sensory Integration - Αισθητηριακή ολοκλήρωση)

Αισθητηριακή Ολοκλήρωση

Η αισθητηριακή ολοκλήρωση είναι μια νευροβιολογική διαδικασία, που
οργανώνει τις αισθήσεις από το σώμα και από το περιβάλλον και καθιστά
δυνατή την αποτελεσματική χρήση του σώματος μέσα στο περιβάλλον. Η
θεωρία της αισθητηριακής ολοκλήρωσης αναπτύχθηκε από την A. Jean
Ayres κατά τη δεκαετία του 1960 στηριζόμενη σε θεωρίες από τα πεδία
και άλλων  επιστημών όπως της νευρολογίας, της νευροψυχολογίας, της
φυσιολογίας, της αναπτυξιακής παιδιατρικής και της ψυχολογίας. Η
παρέμβαση της Αισθητηριακής Ολοκλήρωσης αποτελεί μία μέθοδο
παρέμβασης που απευθύνεται σε παιδιά με διαταραχές της αισθητηριακής
ολοκλήρωσης, οι οποίες οδηγούν σε δυσκολίες στη μάθηση, στην
επικοινωνία και την απόδοσή τους σε παραγωγικές και δραστηριότητες
καθημερινής ζωής.
Οι εργοθεραπευτές που έχουν λάβει εξειδικευμένη εκπαίδευση στη
θεωρία, την αξιολόγηση και την πρακτική της Αισθητηριακής
Ολοκλήρωσης, μπορούν να παρέχουν παρέμβαση αισθητηριακής
ολοκλήρωσης, μέσα σε έναν ευρύχωρο και άρτια εξοπλισμένο χώρο με
υλικό αισθητηριακής ολοκλήρωσης. Επίσης, σημαντική είναι η
συμβουλευτική σε γονείς και εκπαιδευτικούς σε θέματα που αφορούν στις
διαταραχές αισθητηριακής ολοκλήρωσης και η εφαρμογή στρατηγικών και
προσαρμογών που μπορούν να βοηθήσουν το παιδί με προσαρμογές
που θα κάνουν στο σπίτι και το σχολείο.

Derbyshire


Derbyshire Language Scheme (D.L.S.)
Το Derbyshire Language Scheme είναι ένα ολοκληρωμένο Γλωσσικό Πρόγραμμα, το
οποίο αξιολογεί την γλωσσική ικανότητα του παιδιού και συμβάλλει στον
σχεδιασμό του Εκπαιδευτικού Προγράμματος που θα ανταποκριθεί στις αδυναμίες
που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση. Συγκεκριμένα αποτελείται από λεπτομερή
τεστ αξιολόγησης της γλωσσικής έκφρασης και κατανόησης του παιδιού καθώς και
από δομημένες διδακτικές ασκήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν πραγματικά
αντικείμενα, παιχνίδια-μινιατούρες, ασπρόμαυρα σκίτσα και φωτογραφίες,
επιτραπέζια και ομαδικά παιχνίδια και δραστηριότητες καθημερινής ζωής.

Η προσέγγιση του D.L.S. αναφορικά με τον σχεδιασμό της εκπαιδευτικής
παρέμβασης χαρακτηρίζεται από τα παρακάτω στοιχεία:

 Ο σχεδιασμός των διδακτικών ασκήσεων βασίζεται σε μία αμφίδρομη
επικοινωνία ανάμεσα στο παιδί και στον εκπαιδευτή. Οι δραστηριότητες
εμποτίζονται από τα ενδιαφέροντα και τις προτιμήσεις του παιδιού, ώστε να
ενισχυθεί η συμμετοχή του στην αλληλεπίδραση.
 Η σημασία που δίνεται στην ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων δεν είναι
ανεξάρτητη από την κοινωνική διάσταση του λόγου. Δεξιότητες όπως η
εναλλαγή σειράς, η βλεμματική επαφή και η συνδυασμένη προσοχή
ενισχύονται από την αρχή της εκπαιδευτικής παρέμβασης.
 Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην λειτουργική και δομημένη ανάλυση των
δεξιοτήτων σε μικρά απλά βήματα, που είναι εύκολο να κατακτηθούν και
δώσουν στο παιδί το αίσθημα της επιτυχίας.
 Το εκπαιδευτικό Πρόγραμμα του D.L.S. περιλαμβάνει συνεχή αξιολόγηση
των διδακτικών στόχων που έχουν τεθεί για το παιδί καθώς της
ανταπόκρισής του, στις δραστηριότητες που χρησιμοποιούνται, με σκοπό
την προσαρμογή του Προγράμματος στις ανάγκες του.
 Εξαιρετικά σημαντική θεωρείται η διδασκαλία στα πλαίσια της
καθημερινότητάς τους, από την στιγμή που διευκολύνει την μάθηση αλλά
και την γενίκευση της γνώσης. Η γενίκευση θεωρείται το τελικό κριτήριο που
καθιστά επιτυχή την διδασκαλία.
 Τέλος, αναπόσπαστο κομμάτι τόσο της αξιολόγησης όσο και της
εκπαιδευτικής παρέμβασης, θεωρείται η άρρηκτη και συνεχής συνεργασία
με τους γονείς του παιδιού.

Η χρήση του προγράμματος αυτού καθεαυτού στην ελληνική γλώσσα είναι
δυνατή μέχρι ενός ορισμένου βαθμού, μια και στα πιο σύνθετα επίπεδα που
εξετάζει και παρεμβαίνει, η δομή της αγγλικής γλώσσας διαφέρει από την
ελληνική. Συνεπώς, σε αυτά θα πρέπει να ακολουθείται απλά και μόνο η
προσφερόμενη γενική μεθοδολογία. Πρόσφατα δημοσιεύτηκε ένα αντίστοιχο
εργαλείο αξιολόγησης για την ελληνική γλώσσα, αλλά αυτό δε συνοδεύεται από
τις αντίστοιχες διδακτικές ασκήσεις.

Παραπομπή στο site www.derbyshire-language-scheme.co.uk.

CBT


ΓΝΩΣΙΑΚΕΣ – ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΕΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΕΣ

ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ASPERGER / ΥΨΗΛΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΑΥΤΙΣΜΟ

Τα παιδιά και οι ενήλικες με Σύνδρομο Αsperger ή υψηλής λειτουργικότητας αυτισμό
(ΥΛΑ) συχνά εκδηλώνουν συνοδές συναισθηματικές διαταραχές όπως είναι οι
αγχώδεις διαταραχές και η κατάθλιψη, ενώ ακόμα πιο συχνά στην καθημερινότητα
τους βιώνουν έντονα αρνητικά συναισθήματα όπως άγχος, στενοχώρια, θυμός.
Παράλληλα, έχουν ανάγκη από ψυχολογική υποστήριξη για να αντιμετωπίσουν τα
προβλήματα της καθημερινότητας, τις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους αλλά και
με τον ίδιο τους τον εαυτό.
Η Γνωσιακή –Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, ως μια δομημένη και κατευθυνόμενη
ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, αποτελεί μια από τις πλέον αποτελεσματικές
θεραπευτικές παρεμβάσεις που με την χρήση ποικίλων αντίστοιχων τεχνικών μπορεί
να βοηθήσει στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα άτομο με ΥΛΑ ή Σύνδρομο
Αsperger.
Ο βασικότερος στόχος της θεραπευτικής παρέμβασης είναι να βοηθήσει το άτομο να
εντοπίσει τις δυσλειτουργικές σκέψεις που του δημιουργούν αρνητικά συναισθήματα
και επηρεάζουν αρνητικά την συμπεριφορά του και να το εκπαιδεύσει στον έλεγχο
και την τροποποίηση τους σε πιο λειτουργικές σκέψεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές.
Παράλληλα, το άτομο εκπαιδεύεται στην διαχείριση και τον περιορισμό αρνητικών
συναισθημάτων, στην επίλυση προβλημάτων, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και
της διεκδικητικής συμπεριφοράς και στην προώθηση θετικών σκέψεων και
συμπεριφορών.
Διακριτά στάδια της θεραπευτικής παρέμβασης αποτελούν, τόσο η λεπτομερής
αξιολόγηση του ατόμου και η συγκεκριμένη στοχοθεσία όσο και η τροποποίηση της
συμπεριφοράς και η γνωσιακή αναδόμηση. Τεχνικές και εργαλεία που εφαρμόζονται
και χρησιμοποιούνται, εντός και εκτός της συνεδρίας, όπως η έκθεση, τα
συμπεριφορικά πειράματα, η χαλάρωση, η εκπαίδευση στην αναγνώριση και
αμφισβήτηση των δυσλειτουργικών σκέψεων, μέσα από την συμμετοχή του ατόμου
στην θεραπευτική διαδικασία αλλά και μέσα από την εργασία για το σπίτι
(καταγραφές, ημερολόγια κ.α.), συμβάλλουν στην επίτευξη των θεραπευτικών
στόχων.
Η διάρκεια της θεραπείας καθορίζεται από τα θέματα /δυσκολίες/ στόχους του
ατόμου. Η συχνότητα είναι εβδομαδιαία (1 φορά την εβδομάδα για 45 λεπτά) και
λαμβάνει χώρα σε επίπεδο ατομικό στο κέντρο μας.